κερατώνω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κερατώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κερατώνω[1][2] < ελληνιστική κοινή κερατόω, -ῶ[3]. Συγχρονικά αναλύεται σε κέρατ(ο) + -ώνω.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ce.ɾaˈto.no/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κε‐ρα‐τώ‐νω
Ρήμα
[επεξεργασία]κερατώνω (μεταβατικό), πρτ.: κεράτωνα, αόρ.: κεράτωσα, παθ.φωνή: κερατώνομαι, π.πρτ.: κερατωνόμουν, π.αόρ.: κερατώθηκα, μτχ.π.π.: κερατωμένος (λαϊκότροπο, προφορικό, οικείο)
- μοιχεύω, απατώ, απιστώ στον ερωτικό μου σύντροφο
Ο φίλος μου ζήτησε διαζύγιο, όταν έμαθε ότι η γυναίκα του τον κεράτωνε.- → χρειάζεται παράθεμα
- ≈ συνώνυμα: βάζω κέρατα, φοράω (τα) κέρατα, τα φοράω
Συγγενικά
[επεξεργασία]- κεράτωμα
- κερατωμένος
- → δείτε τη λέξη κέρατο
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | κερατώνω | κεράτωνα | θα κερατώνω | να κερατώνω | κερατώνοντας | |
| β' ενικ. | κερατώνεις | κεράτωνες | θα κερατώνεις | να κερατώνεις | κεράτωνε | |
| γ' ενικ. | κερατώνει | κεράτωνε | θα κερατώνει | να κερατώνει | ||
| α' πληθ. | κερατώνουμε | κερατώναμε | θα κερατώνουμε | να κερατώνουμε | ||
| β' πληθ. | κερατώνετε | κερατώνατε | θα κερατώνετε | να κερατώνετε | κερατώνετε | |
| γ' πληθ. | κερατώνουν(ε) | κεράτωναν κερατώναν(ε) |
θα κερατώνουν(ε) | να κερατώνουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | κεράτωσα | θα κερατώσω | να κερατώσω | κερατώσει | ||
| β' ενικ. | κεράτωσες | θα κερατώσεις | να κερατώσεις | κεράτωσε | ||
| γ' ενικ. | κεράτωσε | θα κερατώσει | να κερατώσει | |||
| α' πληθ. | κερατώσαμε | θα κερατώσουμε | να κερατώσουμε | |||
| β' πληθ. | κερατώσατε | θα κερατώσετε | να κερατώσετε | κερατώστε | ||
| γ' πληθ. | κεράτωσαν κερατώσαν(ε) |
θα κερατώσουν(ε) | να κερατώσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω κερατώσει | είχα κερατώσει | θα έχω κερατώσει | να έχω κερατώσει | ||
| β' ενικ. | έχεις κερατώσει | είχες κερατώσει | θα έχεις κερατώσει | να έχεις κερατώσει | ||
| γ' ενικ. | έχει κερατώσει | είχε κερατώσει | θα έχει κερατώσει | να έχει κερατώσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε κερατώσει | είχαμε κερατώσει | θα έχουμε κερατώσει | να έχουμε κερατώσει | ||
| β' πληθ. | έχετε κερατώσει | είχατε κερατώσει | θα έχετε κερατώσει | να έχετε κερατώσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν κερατώσει | είχαν κερατώσει | θα έχουν κερατώσει | να έχουν κερατώσει |
| |
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | κερατώνομαι | κερατωνόμουν(α) | θα κερατώνομαι | να κερατώνομαι | ||
| β' ενικ. | κερατώνεσαι | κερατωνόσουν(α) | θα κερατώνεσαι | να κερατώνεσαι | (κερατώνου) | |
| γ' ενικ. | κερατώνεται | κερατωνόταν(ε) | θα κερατώνεται | να κερατώνεται | ||
| α' πληθ. | κερατωνόμαστε | κερατωνόμαστε κερατωνόμασταν |
θα κερατωνόμαστε | να κερατωνόμαστε | ||
| β' πληθ. | κερατώνεστε | κερατωνόσαστε κερατωνόσασταν |
θα κερατώνεστε | να κερατώνεστε | (κερατώνεστε) | |
| γ' πληθ. | κερατώνονται | κερατώνονταν κερατωνόντουσαν |
θα κερατώνονται | να κερατώνονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | κερατώθηκα | θα κερατωθώ | να κερατωθώ | κερατωθεί | ||
| β' ενικ. | κερατώθηκες | θα κερατωθείς | να κερατωθείς | κερατώσου | ||
| γ' ενικ. | κερατώθηκε | θα κερατωθεί | να κερατωθεί | |||
| α' πληθ. | κερατωθήκαμε | θα κερατωθούμε | να κερατωθούμε | |||
| β' πληθ. | κερατωθήκατε | θα κερατωθείτε | να κερατωθείτε | κερατωθείτε | ||
| γ' πληθ. | κερατώθηκαν κερατωθήκαν(ε) |
θα κερατωθούν(ε) | να κερατωθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω κερατωθεί | είχα κερατωθεί | θα έχω κερατωθεί | να έχω κερατωθεί | κερατωμένος | |
| β' ενικ. | έχεις κερατωθεί | είχες κερατωθεί | θα έχεις κερατωθεί | να έχεις κερατωθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει κερατωθεί | είχε κερατωθεί | θα έχει κερατωθεί | να έχει κερατωθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε κερατωθεί | είχαμε κερατωθεί | θα έχουμε κερατωθεί | να έχουμε κερατωθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε κερατωθεί | είχατε κερατωθεί | θα έχετε κερατωθεί | να έχετε κερατωθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν κερατωθεί | είχαν κερατωθεί | θα έχουν κερατωθεί | να έχουν κερατωθεί | ||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κερατώνω
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ κερατώνω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- ↑ κερατώνω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ κερατώνω - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κερατώνω < κέρατ(ον) + -ώνω, κατά την σημασία του κερατᾶς < ελληνιστική κοινή κερατόω, -ῶ (σκληραίνω σε κέρατο)[1].
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ⇒ νέα ελληνικά: κερατώνω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ce.ɾaˈto.no/ (10ος μ.Χ. αιώνας Βυζαντινή)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κε‐ρα‐τώ‐νω
Ρήμα
[επεξεργασία]κερατώνω
- κερατώνω· απατώ τον σύζυγο
- Συναξ. γυν. 740
- ≈ συνώνυμα: κάμνω κέρατα τοῦ ἀνδρός μου
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ κερατώνω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- κερατώνω - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ώνω (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά)
- Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Οικείοι όροι (νέα ελληνικά)
- Χρειάζονται παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «δηλώνω»
- Λέξεις με επίθημα -ώνω (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ρήματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Χρειάζονται παραθέματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)