Μετάβαση στο περιεχόμενο

κερατώνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κερατώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κερατώνω[1][2] < ελληνιστική κοινή κερατόω, -ῶ[3]. Συγχρονικά αναλύεται σε κέρατ(ο) + -ώνω.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ce.ɾaˈto.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κερατώνω

κερατώνω (μεταβατικό), πρτ.: κεράτωνα, αόρ.: κεράτωσα, παθ.φωνή: κερατώνομαι, π.πρτ.: κερατωνόμουν, π.αόρ.: κερατώθηκα, μτχ.π.π.: κερατωμένος (λαϊκότροπο, προφορικό, οικείο)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. κερατώνω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  2. κερατώνω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  3. κερατώνω -  Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κερατώνω < κέρατ(ον) + -ώνω, κατά την σημασία του κερατᾶς < ελληνιστική κοινή κερατόω, -ῶ (σκληραίνω σε κέρατο)[1].
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: κερατώνω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ce.ɾaˈto.no/ (10ος μ.Χ. αιώνας Βυζαντινή)
τυπογραφικός συλλαβισμός: κερατώνω

κερατώνω

Αναφορές

[επεξεργασία]