Μετάβαση στο περιεχόμενο

κοντέρ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
κοντέρ στο ταμπλό αυτοκινήτου

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κοντέρ < (άμεσο δάνειο) γαλλική compteur < compter (μετρώ) +‎ -eur < λατινική computare, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος computo < con- + puto

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κοντέρ ουδέτερο άκλιτο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]