κοντέρ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοντέρ < γαλλική compteur

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοντέρ ουδέτερο

  1. μετρητής (π.χ. ο χιλιομετρικός μετρητής ενός αυτοκινήτου...)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]