κοσμήτρια
Εμφάνιση
αρχαία ή νέα;. |
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κοσμήτρια θηλυκό
- → δείτε τη λέξη κοσμητής
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κοσμήτρια
|
|
αρχαία ή νέα;. |
κοσμήτρια θηλυκό
|
|