κύπρος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κύπρος αρσενικό
- το κυπρί
- Το βράδυ, όταν γύριζαν από τη βοσκή όλου του χωριού τα γίδια, βγαίναμε και τα τρία τ’ αδέρφια, εγώ, η Λένη κι ο Κωστούλας, και την καρτερούσαμε με ψωμί στο χέρι. Κι αυτή τραβούσε μπροστά απ’ όλο το κοπάδι, πιο μπρος κι απ’ τα γκεσέμια, που σέρνανε τους κύπρους τους οκάρικους. Και, σα μας έβλεπε, άρχιζε και βέλαζε. (Αθανάσιος Παπαχαρίσης, Η γιδούλα μας)
- η χένα, το φυτό Lawsonia inermis και η χρωστική, το έλαιο καθώς και το άρωμα που έβγαινε από αυτό (εικάζεται ότι ονομάστηκε έτσι επειδή ίσως εισαγόταν από την Κύπρο ή υπάρχει και η θεωρία ότι αντιστρόφως η ονομασία της Κύπρου προήλθε από τη λέξη κύπρος)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] η χένα
|
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση) δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | κύπρος | αἱ | κύπροι | ||||
| γενική | τῆς | κύπρου | τῶν | κύπρων | ||||
| δοτική | τῇ | κύπρῳ | ταῖς | κύπροις | ||||
| αιτιατική | τὴν | κύπρον | τὰς | κύπρους | ||||
| κλητική ὦ! | κύπρε | κύπροι | ||||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | κύπρω | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖν | κύπροιν | ||||||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «νόσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κύπρος θηλυκό (ελληνιστική κοινή)
- (φυτό) λαουσονία η άοπλος, χένα (Lawsonia inermis)
- το κύπρινον
- (μονάδα μέτρησης) μέτρο σιτηρών
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- κύπρος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά με κλίση 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης θηλυκά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά θηλυκά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' θηλυκά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις παροξύτονες (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Ουσιαστικά (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Φυτά (ελληνιστική κοινή)
- Μονάδες μέτρησης (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)