Μετάβαση στο περιεχόμενο

κύπρος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : Κύπρος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κύπρος αρσενικό

  1. το κυπρί
    Το βράδυ, όταν γύριζαν από τη βοσκή όλου του χωριού τα γίδια, βγαίναμε και τα τρία τ’ αδέρφια, εγώ, η Λένη κι ο Κωστούλας, και την καρτερούσαμε με ψωμί στο χέρι. Κι αυτή τραβούσε μπροστά απ’ όλο το κοπάδι, πιο μπρος κι απ’ τα γκεσέμια, που σέρνανε τους κύπρους τους οκάρικους. Και, σα μας έβλεπε, άρχιζε και βέλαζε. (Αθανάσιος Παπαχαρίσης, Η γιδούλα μας)
  2. η χένα, το φυτό Lawsonia inermis και η χρωστική, το έλαιο καθώς και το άρωμα που έβγαινε από αυτό (εικάζεται ότι ονομάστηκε έτσι επειδή ίσως εισαγόταν από την Κύπρο ή υπάρχει και η θεωρία ότι αντιστρόφως η ονομασία της Κύπρου προήλθε από τη λέξη κύπρος)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἡ κύπρος αἱ κύπροι
      γενική τῆς κύπρου τῶν κύπρων
      δοτική τῇ κύπρῳ ταῖς κύπροις
    αιτιατική τὴν κύπρον τὰς κύπρους
     κλητική ὦ! κύπρε κύπροι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  κύπρω
γεν-δοτ τοῖν  κύπροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «νόσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κύπρος < πανομοιότυπα με τα εβραϊκά כּוֺפֶר (kōp̱er), αραμαϊκά ܟܘܦܪܐ (kūp̄rā), ουγκαριτικά 𐎋𐎔𐎗 (kpr), μυκηναϊκή 𐀓𐀞𐀫, αρχαία αιγυπτιακά qwpr, < ακκαδικά 𒇒𒌓𒀀 (kupru) < 𒅗𒉺𒊒 (kapāru).

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κύπρος θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

  1. (φυτό) λαουσονία η άοπλος, χένα (Lawsonia inermis)
    ≈ συνώνυμα: κριμνός, κρημνός
    1. το κύπρινον
  2. (μονάδα μέτρησης) μέτρο σιτηρών

Παράγωγα

[επεξεργασία]