λήπτρια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λήπτρια οι λήπτριες
      γενική της λήπτριας των ληπτριών
    αιτιατική τη λήπτρια τις λήπτριες
     κλητική λήπτρια λήπτριες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λήπτρια < λήπτης + -τρια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λήπτρια θηλυκό

δείτε τη λέξη:  λήπτης

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]