λαρυγγοτομία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λαρυγγοτομία < λάρυγγο(ς) + -τομία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λαρυγγοτομία θηλυκό
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λαρυγγοτομία
|
|
λαρυγγοτομία θηλυκό
|
|