λάρυγξ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική λάρυγξ οἱ λάρυγγες
      γενική τοῦ λάρυγγος τῶν λαρύγγων
      δοτική τῷ λάρυγγ τοῖς λάρυγξ(ν)
    αιτιατική τὸν λάρυγγ τοὺς λάρυγγᾰς
     κλητική ! λάρυγξ λάρυγγες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  λάρυγγε
γεν-δοτ τοῖν  λαρύγγοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'φάλαγξ' όπως «φάλαγξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λάρυγξ < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λάρυγξ αρσενικό