Μετάβαση στο περιεχόμενο

λεμονί

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: λεμόνι

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /le.moˈni/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λεμονί
ομόηχο: λεμονή
τονικό παρώνυμο: λεμόνι

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
λεμονί < λεμόν(ι) + [1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λεμονί ουδέτερο άκλιτο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

λεμονί άκλιτο

  • άκλιτος τύπος του λεμονής για όλα τα γένη

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
λεμονί: κλιτικός τύπος

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

λεμονί

Αναφορές

[επεξεργασία]