λούλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λούλα λούλες
γενική λούλας
αιτιατική λούλα λούλες
κλητική λούλα λούλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λούλα <
  1. αραβική < لؤلؤة (μαργαριτάρι)
  2. χαϊδευτικό υποκοριστικών από διάφορα γυναικεία ονόματα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θηλυκό