μανιλόσχοινο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μανιλόσχοινο τα μανιλόσχοινα
      γενική του μανιλόσχοινου των μανιλόσχοινων
    αιτιατική το μανιλόσχοινο τα μανιλόσχοινα
     κλητική μανιλόσχοινο μανιλόσχοινα
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μανιλόσχοινο < Μανίλα + σχοινί

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μανιλόσχοινο ουδέτερο

  1. (ναυτικός όρος): συνηθέστερα καραβόσχοινο που κατασκευάζεται από ίνες αγριομπανανιάς που χρησιμοποιούσαν οι ιθαγενείς στη Μανίλα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]