μαοΐστρια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαοΐστρια μαοΐστριες
γενική μαοΐστριας μαοϊστριών
αιτιατική μαοΐστρια μαοΐστριες
κλητική μαοΐστρια μαοΐστριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαοΐστρια < μαοϊστής + κατάληξη θηλυκού -ίστρια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαοΐστρια θηλυκό

δείτε τη λέξη: μαοϊστής


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]