νηολόγηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νηολόγηση < λόγιο νηολόγησις

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νηολόγηση θηλυκό

  1. η καταγραφή σκάφους ή πλοίου σε νηολόγιο λιμεναρχείου

Μεταφράσεις[επεξεργασία]