νιζατιδίνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νιζατιδίνη < λατινική nizatidine κατά ΔΚΟ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Η νιζατιδίνη (συντακτικός τύπος)

νιζατιδίνη θηλυκό

  1. (φαρμακευτική) φάρμακο επί παθήσεων του πεπτικού συστήματος και ειδικότερα με κατασταλτική δράση στην έκκριση του υδροχλωρικού οξέος, ανήκει στη κατηγορία των δι-υδρογονοανταγωνιστών, ή ανταγωνιστών των δι-υδρογονο-υποδοχέων ισταμίνης, των αντιελκωτικών φαρμάκων.

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • δεν συνιστάται σε παιδιά (λόγω έλλειψης εμπειρίας), η χορηγία του χρήζει ιδιαίτερης προσοχής στη περίοδο εγκυμοσύνης και γαλουχίας, καθώς και σε ηλικιωμένα άτομα.
  • τέθηκε σε κυκλοφορία το 1987, θεωρείται ισοδύναμο της ρανιτιδίνης, είναι το τέταρτο κατά σειρά ανακάλυψης φάρμακο της ίδιας υποκατηγορίας, μετά τη σιμετιδίνη, ρανιτιδίνη και φαμοτιδίνη.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]