Μετάβαση στο περιεχόμενο

νταλκαβούκης

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο νταλκαβούκης οι νταλκαβούκηδες
      γενική του νταλκαβούκη των νταλκαβούκηδων
    αιτιατική τον νταλκαβούκη τους νταλκαβούκηδες
     κλητική νταλκαβούκη νταλκαβούκηδες
Κατηγορία όπως «μανάβης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
νταλκαβούκης < τουρκική dalkavuk

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

νταλκαβούκης αρσενικό

  • κόλακας, παράσιτο, ανεπιθύμητος μουσαφίρης

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]