νταμιάνα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νταμιάνα νταμιάνες
γενική νταμιάνας νταμιανών
αιτιατική νταμιάνα νταμιάνες
κλητική νταμιάνα νταμιάνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νταμιάνα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νταμιάνα (el) (με πληθυντικό για διαφορετικά φυτά και χωρίς πληθυντικό για ποσότητες)

  • (βοτανική) Turnera diffusa (en), damiana (en), νταμιάνα (βότανο της Κεντρικής και Βόρειας Αμερικής)
    θεωρείται ότι διότι επιδρά θετικά στην διάθεση, ότι επιδρά στην λίμπιντο ενεργοποιεί την υπόφυση (οπότε συνίσταται λογική χρήση), ότι ενεργοποιεί τα νεφρά

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]