ξεματιάστρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ξεματιάστρα οι ξεματιάστρες
      γενική της ξεματιάστρας
    αιτιατική την ξεματιάστρα τις ξεματιάστρες
     κλητική ξεματιάστρα ξεματιάστρες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεματιάστρα < ξεματιάζω + -τρα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξεματιάστρα θηλυκό

  1. η γυναίκα που ξέρει και ξεματιάζει

Μεταφράσεις[επεξεργασία]