οπλομαχία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η οπλομαχία οι οπλομαχίες
      γενική της οπλομαχίας των οπλομαχιών
    αιτιατική την οπλομαχία τις οπλομαχίες
     κλητική οπλομαχία οπλομαχίες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

οπλομαχία < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οπλομαχία θηλυκό

  1. (στρατιωτικός όρος) η μάχη με τα όπλα, σώμα με σώμα


Μεταφράσεις[επεξεργασία]