ουδείς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

ουδείς < αρχαία ελληνική οὐδείς < οὐδέ + εἷς (ούτε ένας)

Αντωνυμία[επεξεργασία]

ουδείς - ουδεμία - ουδέν

  1. (λόγιο) κανείς / κανένας
    ουδείς αλάνθαστος
    ουδέν νεώτερο από το μέτωπο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • επ' ουδενί: με κανέναν τρόπο, σε καμία περίπτωση
  • κατ' ουδένα τρόπο: με κανέναν τρόπο, σε καμία περίπτωση
  • ουδέν μονιμότερο του προσωρινού: τίποτα πιο μόνιμο από το προσωρινό
  • ουδέν κακόν αμιγές καλού: δεν υπάρχει τίποτα κακό που δεν εμπεριέχει και κάτι καλό
  • ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον: τίποτε δεν μπορεί να μείνει κρυφό για πάντα
  • ουδείς εκών κακός: κανείς δεν είναι κακός με τη θέλησή του

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • Το ρήμα που έχει ως υποκείμενό του την αντωνυμία ουδείς δεν παίρνει άλλη άρνηση, αντίθετα απ' ό,τι συμβαίνει όταν υποκείμενο του ρήματος είναι το κανείς. Γενικότερα, όταν κάποιος τύπος του ουδείς προηγείται του ρήματος, τότε αυτό δεν παίρνει άλλη άρνηση.
    ουδείς ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο
    κανείς δεν ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο
    ο ανασχηματισμός ουδένα εξέπληξε
    ο ανασχηματισμός κανένα δεν εξέπληξε
    ο ανασχηματισμός δεν εξέπληξε ουδένα/κανένα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]