πλαταίνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλαταίνω < αρχαία ελληνική πλατύνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πλαταίνω, παθ. μτχ.: πεπλατυσμένος

  1. (μεταβατικό) κάνω κάτι πιο πλατύ
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: διευρύνω
  2. (αμετάβατο) γίνομαι πιο πλατύς
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: διευρύνομαι

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]