διευρύνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διευρύνω < δια- + ευρύς + -ύνω (ελληνιστική κοινή διευρύνομαι)

Ρήμα[επεξεργασία]

διευρύνω, πρτ.: διεύρυνα, στ.μέλλ.: θα διευρύνω, αόρ.: διεύρυνα, παθ.φωνή: διευρύνομαι, μτχ.π.π.: διευρυμένος

με τη μελέτη άρχισε να διευρύνει τον κύκλο των γνώσεων του

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]