διεύρυνση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | διεύρυνση | οι | διευρύνσεις |
| γενική | της | διεύρυνσης* | των | διευρύνσεων |
| αιτιατική | τη | διεύρυνση | τις | διευρύνσεις |
| κλητική | διεύρυνση | διευρύνσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, διευρύνσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]διεύρυνση θηλυκό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διευρύνω
- ※ Η διεύρυνση μιας τοπικής αγοράς, με τη δημιουργία των υποδηματοποιείων, φάνηκε ότι θα απορροφούσε το κατεργασμένο δέρμα των τοπικών βυρσοδεψείων, καθώς ενθάρρυνε μεγάλο μέρος του πληθυσμού να επενδύσει την εργασία του στο υποδηματοποιείο. (Βασιλική Ρόκου, Τα βυρσοδεψεία των Ιωαννίνων: από το εργαστήριο στο "εργοστάσιο" της βιοτεχνικής πόλης, Ελληνικά Γράμματα, 2004, σελ. 76)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] διεύρυνση