πρέπω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρέπω < αρχαία ελληνική πρέπω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πρέπω

  1. είμαι ορατός, διακρίνομαι καλά ανάμεσα σε πολλούς άλλους.
  2. ταιριάζω, αρμόζω.
  3. απρόσωπο πρέπειδείτε τη λέξη: .

Κλίση[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πρέπω

  1. είμαι ορατός, διακρίνομαι καλά ανάμεσα σε πολλούς
  2. (για ήχο) ακούγομαι δυνατά και καθαρά
  3. (για οσμή) διακρίνομαι καθαρά
  4. μοιάζω στη μορφή
  5. ταιριάζω, αρμόζω
  6. (απρόσωπο) πρέπει, ταιριάζει

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883