προορίζομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προορίζομαι < μέση-παθητική φωνή του ρήματος προορίζω

Ρήμα[επεξεργασία]

προορίζομαι, μετοχή ενεστώτα προοριζόμενος, μετοχή παρακειμένου προορισμένος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]