προορισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική προορισμένος προορισμένη προορισμένο
γενική προορισμένου προορισμένης προορισμένου
αιτιατική προορισμένο προορισμένη προορισμένο
κλητική προορισμένε προορισμένη προορισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προορισμένοι προορισμένες προορισμένα
γενική προορισμένων προορισμένων προορισμένων
αιτιατική προορισμένους προορισμένες προορισμένα
κλητική προορισμένοι προορισμένες προορισμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προορισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προορίζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

προορισμένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: προορίζω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]