ραδιοϊσότοπο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ραδιοϊσότοπο ουδέτερο
- (φυσική) κάθε ισότοπο χημικού στοιχείου που είναι ασταθές και διασπάται εκπέμποντας ραδιενέργεια
τα ραδιοϊσότοπα χρησιμοποιούνται ως ασθενείς πηγές ραδιενέργειας στην πυρηνική ιατρική, τη βιομηχανική ραδιογραφία- ※ Τα ραδιοϊσότοπα για ιατρική χρήση διαδραματίζουν ζωτικό ρόλο στη διάγνωση του καρκίνου, των καρδιακών παθήσεων και άλλων ασθενειών και χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο για θεραπείες κατά του καρκίνου (Δελτίο τύπου: Ραδιοϊσότοπα για ιατρική χρήση: Έγκριση συμπερασμάτων από το Συμβούλιο , Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 17/6/2024 )
- ※ Τα φυσικά ραδιοϊσότοπα υπάρχουν στη γη από τη στιγμή της δημιουργίας της. Τα κυριότερα είναι το ουράνιο (238U, 235U), το θόριο (232Th), το κάλιο (40K) και τα θυγατρικά τους ραδιοϊσότοπα. Τα φυσικά ραδιοϊσότοπα, εκτός από το έδαφος και τα ορυκτά, ανιχνεύονται στο νερό, στον αέρα, στους ζώντες οργανισμούς, στις τροφές και στα οικοδομικά υλικά. Τα τεχνητά ραδιοϊσότοπα είναι ανθρωπογενή και παράγονται στο πλαίσιο των εφαρμογών της πυρηνικής τεχνολογίας και των πυρηνικών επιστημών στη βιομηχανία, την ενέργεια, την υγεία κλπ. (Εποπτεία ραδιενέργειας στο περιβάλλον, Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας, ανακτήθηκε στις 2/6/2025 )
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ραδιοϊσότοπο