ρυμούλκιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ρυμούλκιο τα ρυμούλκια
      γενική του ρυμουλκίου των ρυμουλκίων
    αιτιατική το ρυμούλκιο τα ρυμούλκια
     κλητική ρυμούλκιο ρυμούλκια
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρυμούλκιο < ρυμουλκώ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρυμούλκιο ουδέτερο

  1. (ναυτικός όρος): ο χοντρός κάβος ή συρματόσχοινο με το οποίο επιχειρείται η ρυμούλκηση πλοίου
  2. σχοινί, συρματόσχοινο ή ιμάντας ρυμούλκησης οχημάτων.
  3. μεταλλική δοκός ρυμούλκησης που διατηρεί σταθερή απόσταση μεταξύ ρυμουλκού και ρυμουλκούμενου

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]