σατανίστρια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σατανίστρια σατανίστριες
γενική σατανίστριας σατανιστριών
αιτιατική σατανίστρια σατανίστριες
κλητική σατανίστρια σατανίστριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σατανίστρια < σατανιστής + κατάληξη θηλυκού -τρια < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική sataniste < satanisme < ελληνιστική κοινή Σατανᾶς < Σατάν / Σατᾶν < εβραϊκή, שטן (śāṭān)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σατανίστρια θηλυκό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]