σιδηροβιομηχανία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σιδηροβιομηχανία < σιδηρο- + βιομηχανία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σιδηροβιομηχανία θηλυκό
- η βιομηχανία επεξεργασίας ή κατεργασίας σιδήρου
- ※ η σιδηροβιομηχανία ἐτήρησεν ἐπίπεδα παραγωγῆς ἔτι μικρότερα τῆς τοῦ ἔτους 1951, μὲ ἀποτέλεσμα πολλὰ τῶν μεγάλων ἐργοστασίων σιδηροβιομηχανίας νὰ περιορίσουν τὰς ἐργασίας των εἰς τὸ ἐλάχιστον καὶ νὰ προβοῦν εἰς ἀπολύσεις (Νικόλαος Γ. Σιδέρης, Η ελληνική βιομηχανία: Κατάλογος των κυριοτέρων, 1953, σελ. 6)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σιδηροβιομηχανία
|
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα σιδηρο- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με συνθετικό 'βιομηχανία' (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)