σπάραχνο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | σπάραχνο | τα | σπάραχνα |
| γενική | του | σπάραχνου | των | σπάραχνων |
| αιτιατική | το | σπάραχνο | τα | σπάραχνα |
| κλητική | σπάραχνο | σπάραχνα | ||
| Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σπάραχνο < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σπάραχνο ουδέτερο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σπάραχνο
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- σπάραχνο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- σπάραχνα - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)