σπηλαιολίμνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σπηλαιολίμνη οι σπηλαιολίμνες
      γενική της σπηλαιολίμνης των σπηλαιολιμνών
    αιτιατική τη σπηλαιολίμνη τις σπηλαιολίμνες
     κλητική σπηλαιολίμνη σπηλαιολίμνες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπηλαιολίμνη < σπήλαιο + λίμνη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σπηλαιολίμνη θηλυκό

  • (γεωλογία): λίμνη που σχηματίζεται σε κοιλώματα σταλαγμιτών σε σπήλαιο.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]