Μετάβαση στο περιεχόμενο

στερεοχρωμία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η στερεοχρωμία οι στερεοχρωμίες
      γενική της στερεοχρωμίας των στερεοχρωμιών
    αιτιατική τη στερεοχρωμία τις στερεοχρωμίες
     κλητική στερεοχρωμία στερεοχρωμίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
στερεοχρωμία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική stéréochromie < αρχαία ελληνική στερεός / στερρός + χρῶμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

στερεοχρωμία θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]