συμμαχήτρια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συμμαχήτρια συμμαχήτριες
γενική συμμαχήτριας συμμαχητριών
αιτιατική συμμαχήτρια συμμαχήτριες
κλητική συμμαχήτρια συμμαχήτριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμμαχήτρια < συμμαχητής + κατάληξη θηλυκού -τρια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συμμαχήτρια θηλυκό

δείτε τη λέξη: συμμαχητής


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]