συχωριανός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συχωριανός συχωριανοί
γενική συχωριανού συχωριανών
αιτιατική συχωριανό συχωριανούς
κλητική συχωριανέ συχωριανοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συχωριανός < συν + χωριανός (< χωριό)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συχωριανός αρσενικό, συχωριανή θηλυκό

  • αυτός που μένει ή κατάγεται από το ίδιο χωριό
συνάντησα έναν συχωριανό μου στην Ομόνοια

Nuvola apps kalzium.png Ταυτόσημο[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]