τεθωρακισμένο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τεθωρακισμένο τεθωρακισμένα
γενική τεθωρακισμένου τεθωρακισμένων
αιτιατική τεθωρακισμένο τεθωρακισμένα
κλητική τεθωρακισμένο τεθωρακισμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τεθωρακισμένο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου τεθωρακισμένος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τεθωρακισμένο ουδέτερο

  1. άρμα μάχης, τανκ
  2. (στον πληθυντικό) το σώμα ενός στρατού που πολεμά χρησιμοποιώντας άρματα μάχης
    υπηρέτησε τη θητεία του στα τεθωρακισμένα


32πχ Μεταφράσεις[]