τονοσαλάτα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τονοσαλάτα θηλυκό
- (γαστρονομία) σαλάτα από τόνο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τονοσαλάτα

τονοσαλάτα θηλυκό