Μετάβαση στο περιεχόμενο

υπογένειο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το υπογένειο τα υπογένεια
      γενική του υπογενείου
& υπογένειου
των υπογενείων
    αιτιατική το υπογένειο τα υπογένεια
     κλητική υπογένειο υπογένεια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υπογένειο < μεσαιωνική ελληνική ὑπογένειον[1], ουδέτερο του ὑπογένειος[1] < αρχαία ελληνική ὑπό + γένειον

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

υπογένειο ουδέτερο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. 1 2 ὑπογένειος - LBG - Trapp, Erich, et al. (1994–2007) Lexikon zur byzantinischen Gräzität besonders des 9.-12. Jahrhunderts [Λεξικό της Βυζαντινής Ελληνικής, ιδίως για τον 9ο-12ο αιώνα], Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften (Έκδοση της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών)