υποπλασία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υποπλασία οι υποπλασίες
      γενική της υποπλασίας των υποπλασιών
    αιτιατική την υποπλασία τις υποπλασίες
     κλητική υποπλασία υποπλασίες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

υποπλασία < ὑπό + πλάση

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υποπλασία θηλυκό

  1. Κατάσταση κατά την οποία ένα μέρος του ανθρώπινου σώματος (συμπεριλαμβανομένων των εσωτερικών οργάνων) δεν είναι άρτια ολοκληρωμένο βάσει της κατά φύση ανάπτυξης.


Μεταφράσεις[επεξεργασία]