υποτραχήλιο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υποτραχήλιο < ελληνιστική κοινή ὑποτραχήλιον < αρχαία ελληνική ὑπό + τράχηλος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υποτραχήλιο ουδέτερο
- (αρχιτεκτονική) το αρχιτεκτονικό στοιχείο που αποτελεί το λείο τμήμα ενός κίονα, τοποθετημένο ανάμεσα στον κορμό και στο κιονόκρανο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υποτραχήλιο
|
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αρχιτεκτονική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)