υπόδερμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπόδερμα < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική hypodermis / hypoderma ή λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική hypoderme) < αρχαία ελληνική ὑπό + δέρμα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υπόδερμα ουδέτερο
- (ανατομία) το δερματικό στρώμα που βρίσκεται βαθύτερα, αποτελούμενο κυρίως από λιπώδη κύτταρα, το οποίο παρέχει μόνωση, αποθήκευση ενέργειας και προστασία των εσωτερικών οργάνων
- (εντομολογία) είδος παρασιτικής μύγας (Hypoderma bovis) της οικογένειας Oestridae, γνωστής για την ανάπτυξη των προνυμφών της κάτω από το δέρμα των βοοειδών
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- υπόδερμα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- υπόδερμα - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'όνομα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ανατομία (νέα ελληνικά)
- Εντομολογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)