υστεροπτωσία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υστεροπτωσία θηλυκό
- (ιατρική) η πρόπτωση της μήτρας, δηλαδή η παθολογική κάθοδος ή έξοδος της μήτρας από τη φυσιολογική της θέση προς τον κόλπο ή έξω από αυτόν, λόγω εξασθένησης των πυελικών μυών και των συνδέσμων που τη συγκρατούν
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υστεροπτωσία
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ία (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)