φάσκιωμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φάσκιωμα φασκιώματα
γενική φασκιώματος φασκιωμάτων
αιτιατική φάσκιωμα φασκιώματα
κλητική φάσκιωμα φασκιώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φάσκιωμα < φασκιώνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φάσκιωμα ουδέτερο

  1. το σπαργάνωμα του βρέφους με φασκιές, το τύλιγμά του με ειδικη λωρίδα υφάσματος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]