φαλλοκρατία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φαλλοκρατία οι φαλλοκρατίες
      γενική της φαλλοκρατίας των φαλλοκρατιών
    αιτιατική τη φαλλοκρατία τις φαλλοκρατίες
     κλητική φαλλοκρατία φαλλοκρατίες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φαλλοκρατία < φαλλοκράτης + -ία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φαλλοκρατία θηλυκό

  1. οι φαλλοκρατικές αντιλήψεις, ιδιαίτερα όταν επικρατούν σε ένα συγκεκριμένο χώρο


Μεταφράσεις[επεξεργασία]