φαμοτιδίνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

φαμοτιδίνη < λατινική famotidine κατά ΔΚΟ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Η φαμοτιδίνη (στερεομοριακός τύπος)

φαμοτιδίνη θηλυκό

  1. (φαρμακευτική) φάρμακο επί παθήσεων του πεπτικού συστήματος και ειδικότερα με κατασταλτική δράση στην έκκριση του υδροχλωρικού οξέος, ανήκει στην υποκατηγορία των δι-υδρογονοανταγωνιστών, ή ανταγωνιστών των δι-υδρογονο-υποδοχέων ισταμίνης, των αντιελκωτικών φαρμάκων.

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • η χορηγία της χρήζει ιδιαίτερης προσοχής στη περίοδο εγκυμοσύνης καθώς και σε ηλικιωμένα άτομα.
  • τέθηκε σε κυκλοφορία στις αρχές της δεκαετίας του 1980, είναι το τρίτο κατά σειρά ανακάλυψης φάρμακο της ίδιας υποκατηγορίας, μετά την σιμετιδίνη από την οποία και θεωρείται 30 φορές δραστικότερη, και τη ρανιτιδίνη, με συνέπεια να χορηγείται περισσότερο περιορισμένα.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]