Μετάβαση στο περιεχόμενο

φημί

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φημί < (κληρονομημένο) πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰeh₂- (λέγω)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pʰɛː.mí/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: φημί

φημί

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]
Αρχικοί Χρόνοι
Ενεστώτας φημί
Παρατατικός ἔφασκον, ἔφην
Μέλλοντας φήσω
Αόριστος ἔφησα, ἔφην
Παρακείμενος εἴρηκα
Υπερσυντέλικος εἰρήκειν