φάσκω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φάσκω < αρχαία ελληνική φάσκω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *bʰeh₂- (λέγω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

φάσκω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φάσκω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *bʰeh₂- (λέγω) (πρόσφυμα -σκ- στο θέμα φα- κατά μετάπτωση του θέματος φη-, όπως και το φημί)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

φάσκω

Αρχικοί χρόνοι[επεξεργασία]

Ρήμα που ακόμα και στα αρχαία ελληνικά ήταν δόκιμο σε λίγους μόνον τύπους και το οποίο αλληλοσυμπληρωνόταν με το ρήμα φημί: από τον ενεστώτα ήταν δόκιμη η υποτακτική φάσκω, η ευκτική φάσκοιμι, το απαρέμφατο φάσκειν και η μετοχή φάσκων, φάσκουσα, φάσκον. Από τους άλλους χρόνους δόκιμος μόνον ο παρατατικός: ἔφασκον

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

φημί

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]