φανέρωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φανέρωση οι φανερώσεις
      γενική της φανέρωσης
& φανερώσεως
των φανερώσεων
    αιτιατική τη φανέρωση τις φανερώσεις
     κλητική φανέρωση φανερώσεις
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φανέρωση < ελληνιστική κοινή φανέρωσις

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φανέρωση θηλυκό


Noia 64 apps xeyes.png Δείτε το λήμμα: φανέρωμα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]