φιλαργυρία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φιλαργυρία φιλαργυρίες
γενική φιλαργυρίας φιλαργυριών
αιτιατική φιλαργυρία φιλαργυρίες
κλητική φιλαργυρία φιλαργυρίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιλαργυρία < αρχαία ελληνική φιλαργυρία < φιλάργυρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φιλαργυρία θηλυκό

  1. Υπερβολική αγάπη για το χρήμα
  2. Το να είναι κανείς τσιγκούνης, να μη θέλει να διαθέσει υλικά αγαθά για τον εαυτό του ή για τους άλλους

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. Συνώνυμα:Φιλοχρηματία