χαβάγια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χαβάγια χαβάγιες
γενική χαβάγιας (χαβαγιών)
αιτιατική χαβάγια χαβάγιες
κλητική χαβάγια χαβάγιες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαβάγια < Χαβάη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαβάγια θηλυκό

  1. μουσικό όργανο τών λαών τής Πολυνησίας, κιθάρα που ο μουσικός την κρατά οριζόντια με την πλάτη της στα γόνατά του και φημίζεται για τον μακρόσυρτο, γλυκά μελαγχολικό γεμάτο μουσικές διακυμάνσεις ήχο της

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]