χαρίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χαρίζω < ελληνιστική κοινή χαρίζω / χαρίζομαι

Open book 01.svg Ρήμα[]

χαρίζω

  1. προσφέρω ως δώρο αντικείμενο ή αφηρημένη έννοια ή ζώο. Δίνω κάτι χωρίς να περιμένω αντάλλαγμα
    "Αχ, μ' αρέσει το στιλό σου. Μου το χαρίζεις;"
  2. απαλλάσσω από υποχρέωση, ποινή, οικονομικό χρέος
    "το δικαστήριο του χάρισε την ποινή"
    "Πρόσεχε με δαύτον. Δεν χαρίζει" (για αυστηρούς ή τσιγκούνηδες)

Εκφράσεις[]

  • δεν χαρίζει κάστανα: δεν συγχωρεί εύκολα, δεν κάνει χάρες


Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]