χρεολυσία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χρεολυσία θηλυκό
- το χρεολύσιο
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χρεολυσία
|
χρεολυσία θηλυκό
|